Εκκολπωματίτιδα

Η κακή διατροφή και η καθιστική ζωή, χαρακτηριστικές του σύγχρονου τρόπου ζωής, επηρεάζουν αρνητικά την υγεία του εντέρου και συντείνουν στην εμφάνιση μιας καλοήθους μεν αλλά αρκετά επώδυνης και δυνητικά επικίνδυνης πάθησης του παχέος εντέρου: της εκκολπωματίτιδας.

Αν αφεθεί χωρίς θεραπεία, η εκκολπωματίτιδα εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την υγεία, ωστόσο χάρη στην εξέλιξη της Ιατρικής και της Χειρουργικής σήμερα μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά ακόμα και σε προχωρημένο στάδιο.

Τι είναι η Εκκολπωμάτωση και η Εκκολπωματίτιδα;

Εκκολπωμάτωση ονομάζεται η παρουσία εκκολπωμάτων στο τοίχωμα του παχέος εντέρου. Τα εκκολπώματα είναι μικρές προσεκβολές στο τοίχωμα του εντέρου που μοιάζουν σαν μικρά σακουλάκια. Το τοίχωμα του εντέρου αποτελείται από τρία στρώματα που από έξω προς τα μέσα είναι ο ορογόνος, το μυϊκό στρώμα και ο βλεννογόνος. Η αυξημένη πίεση στο εσωτερικό του παχέος εντέρου έχει σαν αποτέλεσμα μέσα από αδύναμα σημεία του μυϊκού στρώματος να προβάλει σαν φούσκα ο βλεννογόνος  δημιουργώντας τα εκκολπώματα. Τα εκκολπώματα έχουν πολύ λεπτό  πάχος και το μέγεθός τους είναι συνήθως σαν αρακάς. Εμφανίζονται συχνότερα στο αριστερό κόλον και ιδιαίτερα στο σιγμοειδές, όπου παρατηρούνται οι μεγαλύτερες πιέσεις.

Εκκολπωματίτιδα είναι η κατάσταση όπου παρουσιάζεται φλεγμονή σε κάποιο, ή κάποια εκκολπώματα. Συγκεκριμένα, υπάρχει μεγάλη ανάπτυξη των μικροβίων που παχέος εντέρου μέσα στα εκκολπώματα με συνέπεια τη διάταση και ενίοτε τη ρήξη του εκκολπώματος. Η οξεία εκκολπωματίτιδα μπορεί να εξελιχθεί με επέκταση της φλεγμονής-μόλυνσης γύρω από το έντερο και να οδηγήσει ακόμα και σε περιτονίτιδα, αν η ρήξη είναι μεγάλη και μολυνθεί η κοιλιά από κοπρανώδες περιεχόμενο.

Η εκκολπωματίτιδα σχετίζεται με την εμφάνιση φλεγμονής σε εκκολπώματα του παχέος εντέρου. Τα εκκολπώματα είναι μικροσκοπικές κοιλότητες στο τοίχωμα του παχέος εντέρου που μοιάζουν με τσέπες και προκαλούνται όταν επί μακρόν η διέλευση των κοπράνων ασκεί έντονες πιέσεις και συσπάσεις στο έντερο.

Γι’ αυτό και η εκκολπωματίτιδα έχει ως βασικό παράγοντα κινδύνου τη χρόνια δυσκοιλιότητα και τα βασικά αίτια αυτής, δηλαδή την μη πρόσληψη τροφής πλούσιας σε φυτικές ίνες.

Επίσης, η εκκολπωματίτιδα συνδέεται με το κάπνισμα και τη συχνή λήψη μη-στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων.

Τα εκκολπώματα είναι αρκετά κοινά και εμφανίζονται ολοένα και συχνότερα με την πάροδο των ετών. Σύμφωνα με στατιστικές στη Μεγάλη Βρετανία, περίπου το 50% του πληθυσμού αναπτύσσουν εκκολπώματα μέχρι την ηλικία των 50 ετών. Σχεδόν 7 στους 10 έχουν εκκολπώματα μέχρι τα 80 τους χρόνια.

Ποια τα βασικά αίτια;

Το κύριο αίτιο για την εκκολπωμάτωση και την εκκολπωματίτιδα είναι η δυσκοιλιότητα, δεδομένου ότι προκαλεί αυξημένες πιέσεις στο έντερο κατά τις κενώσεις. Ως κύριος επιβαρυντικός παράγοντας μπορεί να χαρακτηριστεί η δίαιτα χωρίς φυτικές ίνες, φρούτα και λαχανικά, η υπερκατανάλωση κόκκινου κρέατος και λίπους και η απουσία άσκησης. Σημαντικός παράγοντας για την εμφάνιση εκκολπωμάτωσης και εκκολπωματίτιδας είναι η προχωρημένη ηλικία, καθώς η συχνότητα αυξάνεται κατά πολύ μετά τα 50 έτη. Επίσης σχετίζεται με την παχυσαρκία, το κάπνισμα και τη λήψη μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων. Τέλος, φαίνεται ότι οι άνδρες είναι πιο επιρρεπείς από τις γυναίκες.

Ποια τα συμπτώματα;

Η εκκολπωμάτωση του παχέος εντέρου δεν παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερα θορυβώδες σύμπτωμα, εκτός και αν επιπλακεί με φλεγμονή και προκληθεί οξεία εκκολπωματίτιδα. Οι περισσότεροι ασθενείς με εκκολπωμάτωση του παχέος εντέρου είναι ασυμπτωματικοί, ενώ κάποιοι μπορεί να διαμαρτυρηθούν για δυσκοιλιότητα, φούσκωμα, και ήπιο πόνο χαμηλά αριστερά στην κοιλιά κατά την κένωση. Τα παραπάνω συμπτώματα μπορεί να οφείλονται σε προηγούμενα επεισόδια εκκολπωματίτιδας που έχουν προκαλέσει χρόνια πάχυνση του τοιχώματος και στένωση του αυλού του εντέρου.

Τα συμπτώματα  της οξείας εκκολπωματίτιδας είναι σαφώς πιο έντονα. Εκδηλώνεται με έντονο πόνο στο κάτω και αριστερό μέρος της κοιλιάς που μπορεί να συνοδεύεται από πυρετό και ρίγος, ενώ μπορεί να συνυπάρχει ναυτία και έμετος. Μπορεί να εμφανιστεί απώλεια αίματος κατά την κένωση και αδυναμία αποβολής κοπράνων, ή να εμφανίζονται ψευδοδιάρροιες. Όταν υπάρχει ρήξη των εκκολπωμάτων, τότε κοπρανώδες περιεχόμενο βγαίνει από το έντερο προκαλώντας τοπική περιτονίτιδα, ή απόστημα. Τα συμπτώματα γίνονται εντονότερα και αν η φλεγμονή δεν περιοριστεί μπορεί να επεκταθεί σε όλη την κοιλιά, προκαλώντας οξεία περιτονίτιδα. Ο ασθενής στην περίπτωση αυτή απαιτεί επείγουσα χειρουργική αντιμετώπιση.

Επιπλοκές

Στην οξεία της μορφή η εκκολπωματίτιδα χρήζει άμεσης αντιμετώπισης καθώς εγκυμονεί ο κίνδυνος ρήξης εκκολπώματος και ακολούθως διάτρησης του εντέρου με συνέπεια να προκληθεί κάποιο απόστημα.

Έως και το 30 τοις εκατό των ατόμων που αναπτύσσουν οξεία εκκολπωματίτιδα (μία ή περισσότερες προσωρινές κρίσεις που χαρακτηρίζονται από μόλυνση ή φλεγμονή του εντέρου) μπορεί επίσης να αναπτύξουν απόστημα.

Ένα μικρό απόστημα μπορεί να αντιμετωπιστεί επιτυχώς με αντιβιοτικά. Εάν είναι μεγάλο ή δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία, θα χρειαστεί να αποστραγγιστεί το πύον χειρουργικά και ενδεχομένως αφαίρεση τμήματος του κατεστραμμένου εντερικού ιστού.

Η διάτρηση του εντέρου λόγω ρήξης εκκολπώματος μπορεί σε πιο σοβαρή μορφή να προκαλέσει περιτονίτιδα, μια επείγουσα ιατρική κατάσταση που απαιτεί άμεση χειρουργική επέμβαση για να καθαριστεί η κοιλιακή κοιλότητα.

Εάν η περιτονίτιδα δεν αντιμετωπιστεί, μπορεί να είναι θανατηφόρα.

Η απόφραξη του εντέρου είναι μια ακόμα δυνητική επιπλοκή της εκκολπωματίτιδας, καθώς η φλεγμονή μπορεί να εμποδίζει την ομαλή διέλευση των κοπράνων από το παχύ έντερο.

Σε περιπτώσεις χρόνιας εκκολπωματίτιδας, με αλλεπάλληλες κρίσεις κι εξάρσεις της νόσου, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος δημιουργίας συριγγίων.

Ως συρίγγιο νοείται ο σχηματισμός ενός μη φυσιολογικού διαύλου επικοινωνίας μεταξύ δύο οργάνων. Στην εκκολπωματίτιδα, ένα συρίγγιο τυπικά συνδέει το παχύ έντερο με την ουροδόχο κύστη, το λεπτό έντερο ή -στις γυναίκες- τον κόλπο.

Μετά από μια ξαφνική έξαρση της εκκολπωματίτιδας, υπάρχει περίπου 14% πιθανότητα εμφάνισης συριγγίου. Τα συρίγγια συνήθως απαιτούν χειρουργική επέμβαση για να επιδιορθωθούν.

Πως γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση της εκκολπωμάτωσης γίνεται συνήθως τυχαία κατά τον προληπτικό έλεγχο του παχέος εντέρου με κολονοσκόπηση, ενώ συχνά αποτελεί τυχαίο εύρημα κατά τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας. Είναι πολύ συχνή και εμφανίζεται σε ποσοστό περίπου 50% μετά την ηλικία των 60 ετών.

Η διάγνωση της οξείας εκκολπωματίτιδας γίνεται κατά τη διερεύνηση κάποιου επεισοδίου κοιλιακού άλγους. Η απεικονιστική εξέταση εκλογής είναι η αξονική τομογραφία όπου καθορίζεται το σημείο και η βαρύτητα της φλεγμονής, καθώς και η εμφάνιση κάποιας επιπλοκής, όπως είναι το απόστημα και η τοπική, ή γενικευμένη περιτονίτιδα. Από τις αιματολογικές εξετάσεις η γενική αίματος και η crp είναι οι πιο ευρέως χρησιμοποιούμενοι δείκτες. Η διενέργεια κολονοσκόπησης αντενδείκνυται κατά την οξεία εκκολπωματίτιδα, καθώς είναι πολύ πιθανό να επιδεινώσει την φλεγμονή προκαλώντας ακόμα μεγαλύτερη ρήξη στο παχύ έντερο.

Οι πιο κοινές διαγνωστικές εξετάσεις για εκκολπωματίτιδα είναι η αξονική τομογραφία (σε περιπτώσεις οξείας νόσου) και οι υποκλυσμοί με βάριο.

Επίσης, η κολονοσκόπηση επιτρέπει τη διάγνωση της εκκολπωματίτιδας και συχνά η νόσος αποτελεί τυχαίο εύρημα τακτικής εξέτασης.

Κατά περιστάσεις, μπορεί να απαιτηθούν κι άλλες απεικονιστικές εξετάσεις όπως υπερηχογραφία ή μαγνητική τομογραφία.

Ποια η κατάλληλη θεραπεία – αντιμετώπιση;

Η θεραπεία της οξείας εκκολπωματίτιδας είναι αρχικά συντηρητική με κατ’ οίκον χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής από το στόμα και υδρικής δίαιτας χαμηλής σε υπόλειμμα, ώστε να περιοριστεί η δίοδος κοπράνων από το έντερο που φλεγμαίνει. Στην περίπτωση που ο ασθενής εμφανίζει έντονο πόνο, πυρετό και η φλεγμονή απεικονίζεται μεγάλη στην αξονική τομογραφία, απαιτείται νοσηλεία για χορήγηση ενδοφλέβιας αντιβιοτικής αγωγής και υγρών,  με ταυτόχρονη παρακολούθηση για ενδεχόμενη επιδείνωση της νόσου. Η παραμονή στο νοσοκομείο συνήθως δεν υπερβαίνει τις πέντε ημέρες και στη συνέχεια ο ασθενής συνεχίζει τη θεραπεία του στο σπίτι.

Προγραμματισμένη Χειρουργική Θεραπεία Οξείας Εκκολπωματίτιδας

Όπως προαναφέρθηκε η θεραπεία της οξείας εκκολπωματίτιδας είναι κατά βάση συντηρητική και στις περισσότερες περιπτώσεις η φλεγμονή υποχωρεί μετά από 7-10 ημέρες. Κάποιοι  ασθενείς ωστόσο, εμφανίζουν συχνά επεισόδια οξείας εκκολπωματίτιδας και αναγκάζονται να νοσηλευτούν ώστε να λάβουν την απαραίτητη θεραπεία. Επίσης τα προηγούμενα επεισόδια εκκολπωματίτιδας προκαλούν ενίοτε χρόνια φλεγμονή με μόνιμη ουλώδη πάχυνση στο τοίχωμα του παχέος εντέρου και στένωση του αυλού του. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να ταλαιπωρείται καθημερινά ο ασθενής από πόνους στην κοιλιά και δυσκολίες στην κένωση, ενώ αυξάνεται η πιθανότητα να συμβεί κάποιο σοβαρό επεισόδιο με διάτρηση του παχέος εντέρου.

Στις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να δοθεί οριστική λύση με μία προγραμματισμένη λαπαροσκοπική επέμβαση. Κατά την επέμβαση αυτή που ονομάζεται λαπαροσκοπική σιγμοειδεκτομή, αφαιρείται το πάσχον τμήμα του εντέρου και αποκαθίσταται άμεσα η συνέχεια του. Η επέμβαση προγραμματίζεται ώστε να γίνει σε καλές συνθήκες, χωρίς έντονη φλεγμονή στην κοιλιά. Έτσι ελαχιστοποιείται η πιθανότητα να γίνει ανοικτό χειρουργείο και αποφεύγουμε τον κίνδυνο της περιτονίτιδας και αναγκαστικής δημιουργίας κολοστομίας. Μία προγραμματισμένη λαπαροσκοπική σιγμοειδεκτομή μπορεί να δώσει  ασφαλή και οριστική λύση στο πρόβλημα.